ΠΑΤΡΙΔΑ: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Δημοσιεύθηκε 24/04/2010 από terpandros
Κατηγορίες: Στίχοι

«6 χρόνια μετά τις «Περιπέτειες ενός προσκυνητή», ο Αλκίνοος Ιωαννίδης επιστρέφει στην τέχνη του τραγουδιού με ένα δίσκο που έρχεται «σαν μια δροσιά ξαφνική, λυτρωτική. Σαν μια ραγδαία στιγμή που σε βγάζει έξω από τα σχέδια σου, έξω απ’ το αυτονόητο». Έτσι προέκυψε το υλικό της ΝΕΡΟΠΟΝΤΗΣ, «σαν χείμαρρος σε αργή κίνηση». Κι έτσι εξελίχθηκε. Σαν ένα εκτός εποχής δριμύ γεγονός που προαναγγέλλει μια τροπική άνοιξη. Σαν ένα κοντσέρτο κρουστών, πνευστών κι εγχόρδων γεμάτο αντηχήσεις. Αγγίζοντας μια ευρύτατη εκφραστική γκάμα, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης στη νέα του δουλειά ενορχηστρωτικά κινείται μεταξύ συμφωνικής ορχήστρας, τεσσάρων χορωδιών και ακουστικής κιθάρας.
Η μουσική του, γεμάτη ενέργεια με γερές δόσεις μελωδίας, ρομαντισμού και πραγματικότητας, ξετυλίγεται μέσα από 15 κομμάτια-σταθμούς στο βηματισμό της ίδιας της ζωής. Δίσκος πολυμορφικός, μουσικά εμπνευσμένος και δημιουργικός, η ΝΕΡΟΠΟΝΤΗ συνδυάζει το βυζαντινό μέλος και το φανκ, τις μελωδίες των Βαλκανίων και της Κεντρικής Ευρώπης, με μια «εκτός εντέχνου» τρέλα που εκφράζεται με χιούμορ, φαντασία και συναίσθημα, αλλά και με απαγγελία –στο πιο προσωπικό τραγούδι του δίσκου, την «Πατρίδα», που μέσα από μια τρομερής αμεσότητας ελεύθερη προσέγγιση της προσωπικής και συλλογικής ιστορίας, μας επαναφέρει σε μια «κρίσιμη στιγμή» που είμαστε έτοιμοι ν’ ακούσουμε και ν’ αναγνωρίσουμε… « ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ, Παρασκευή, 03 Απριλίου 2009 .

ΠΑΤΡΙΔΑ: Στίχοι Αλκίνοος Ιωαννίδης

Λοιπόν αγρίεψε ο κόσμος σαν καζάνι που βράζει,
σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολός.
Πότε πότε γελάμε, πότε κάνουμε χάζι
και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός.
Mα όταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν
ξέρω ότι δεν έχουν νέα για να μου πουν.
Ήμουν εγώ στη φωτιά κι ήμουν εγώ η φωτιά
είδα το τέλος με τα μάτια ανοιχτά.

Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη φυλή και τη ράτσα
προδομένη από μέσα απ΄τους πιο πατριώτες
να ‘χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με το όπλο στο στόμα
τα παιδιά τους στολίζουν σήμερα τη Βουλή.
Κάτω από ένα τραπέζι, το θυμάμαι σαν τώρα,
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες
μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ.
«Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν,
τι ωραία που πέφτουν….».

Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απ’τη Σμύρνη
στη Δράμα πρόσφυγας πήγε να βρει βουλγάρικη σφαίρα
κι ο άλλος Κύπριος φυγάς στο μαύρο τότε Λονδίνο
στα 27 του στα δύο τον κόψανε οι Ναζί.
Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία
στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σ’άδειο ξενοδοχείο
αμερικάνικες βόμβες και εγώ να κοιμάμαι
αύριο θα τραγουδάνε στης πλατείας τη γιορτή.
Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πόλης
είδα τα χέρια, τα πόδια, πεταμένα στη γη.
Είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο
κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική.

Εδώ στην άσχημη πόλη που απ’την ανάγκη κρατιέται
ένας λαός ρημαγμένος μετάλλια ντόπα ζητάει
Ολυμπιάδες
κι η χώρα ένα γραφείο τελετών.
Θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ.
Τους είχα δει να γελάνε οι μπάτσοι
κι απ’την Ομόνοια να πετάν’ δακρυγόνα στο πυροσβεστικό
στο παράθυρο εικόνισμα άνθρωποι σαν λαμπάδες
και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακό.
Και είδα ξεριζωμένους να περνούν τη γραμμή
για μια πόρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα.
Έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας,η καημένη,
ο Σολωμός με Armani και την καρδιά ανοιχτή.

Δεν θέλω ο εαυτός μου να ‘ναι τόπος δικός μου
ξέρω πως όλα αν μου μοιάζαν, θα ‘ταν αγέννητη η γη
δε με τρομάζει το τέρας ούτε κι ο άγγελός μου
ούτε το τέλος του κόσμου.
Με τρομάζεις εσύ.
Με τρομάζεις,ακόμα, οπαδέ της ομάδας
του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα
διερμηνέα Του Θεού, ρασοφόρε γκουρού
τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο
προσεύχεσαι και σκοτώνεις
τραυλίζεις ύμνους οργής
Έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να βρεις γονείς
μισείς τον μέσα σου ξένο.
Κι όχι, δεν καταλαβαίνω
δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω.

Το ιστολόγιο «Τέρπανδρος»

Δημοσιεύθηκε 21/04/2010 από terpandros
Κατηγορίες: Σχετικά με το ιστολόγιο

Ο σκοπός της δημιουργίας του ιστολογίου «Τέρπανδρος» ήταν αφενός η ανησυχία του δημιουργού του για την πορεία της παιδείας, της λογοτεχνίας, της τέχνης γενικότερα στην Ελλάδα – που ιστορικά κατέχει τον τίτλο της Μητέρας του Πολιτισμού – και αφετέρου η επισήμανση και η γνωστοποίηση αξιόλογων Αναγνωσμάτων σε ένα ευρύτερο κοινό. Στο παρόν ιστολόγιο αναφέρονται λογοτεχνικά αποσπάσματα, ποιήματα και στίχοι που αξίζουν την προσοχή κάθε ανήσυχου πνεύματος.

Η καθημερινότητα σε μία μεγαλούπολη με άτακτους ρυθμούς ζωής όπως η Αθήνα, η ανάγκη καθημερινής επικοινωνίας με φιλικά και οικογενειακά πρόσωπα, η διαρκής κάλυψη αποστάσεων ημερισίως, η προσπάθεια διατήρησης εθίμων, η επιθυμία και η πραγμάτωση ποικίλων δραστηριοτήτων, το αίσθημα κούρασης και πολλοί άλλοι παράγοντες καθιστούν την τάχιστη ενημέρωση του ιστολογίου αδύνατη. Η σελίδα θα ενημερώνεται σταδιακά και ελπίζω ο κάθε πολυάσχολος επισκέπτης να έχει στη διάθεσή του λίγο χρόνο να αφιερώσει για την ανάγνωση κάποιων άρθρων του ιστολογίου.

Ευχαριστώ,

«Τέρπανδρος»

Υ.Γ: «…Όμως ένας άνθρωπος, ένας λαός, ένα έθνος, δεν εξαφανίζεται μονάχα με τη φωτιά και με το σίδερο. Δεν εξαφανίζεται μονάχα με το χάσιμο της ζωής του. Εξαφανίζεται πιο σίγουρα, πιο τελειωτικά με το χάσιμο της ψυχής του, της ψυχής του της ατομικής, της ψυχής του της ομαδικής. Χάνω την ψυχή μου θα πει: χάνω την ουσιαστική μου ύπαρξη. Χάνω την αίσθηση της ατομικής μου τέλειας ψυχοπνευματικής σύνθεσης, που αποτελεί ένα μόριο από την μεγάλη, την πλατειά κοινωνική και εθνική σύνθεση, από την οποία αντλώ και ανανεώνω αδιάκοπα τα φυσιογνωμικά στοιχεία του πνεύματος μου και της ψυχής μου. Kαι αυτή η εθνική φυλετική ιδιομορφία της ψυχής μου είναι ακριβώς εκείνη που με εντάσσει φυσιολογικά μέσα στην πανανθρώπινη κοινωνική σύνθεση. Αλλά για να μη χάσω τον εαυτό μου, πρέπει να γνωρίσω τον εαυτό μου. Το «γνώθι σαυτόν» είναι η πλουταρχική πηγή της γνώσεως. Αυτό λοιπόν πρέπει να είναι η βάση της γενικής παιδαγωγικής προσπάθειας Έθνους, του οποίου εντολοδόχος είναι το Kράτος και η Εκκλησία. Όργανα γι’ αυτή την συνειδητοποίηση είvaι το Υπουργείο Παιδείας, ο Κλήρος, ο Τύπος, ο καλλιτέχνης που εκφράζει την εθνική ψυχή και ολόκληρη η τάξη των διανοουμένων, που είναι υπεύθυνη για την πνευματική συγκρότηση του λαού »  Στρατής Μυριβήλης.

ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ

Δημοσιεύθηκε 21/04/2010 από terpandros
Κατηγορίες: Μυθιστόρημα

Την άνοιξη του 1958 η εφημερίδα Ακρόπολις δημοσίευσε σε συνέχειες, με τεράστια επιτυχία, αυτό που ονομάστηκε Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, η πρώτη ελληνική εκδοχή αφηγηματικής σκυταλοδρομίας (στην Αγγλία είχε προηγηθεί ο Πλωτός ναύαρχος). Τέσσερεις από τους γνωστότερους συγγραφείς της γενιάς του ’30, ο Στρατής Μυριβήλης, ο Μ. Καραγάτσης, ο Άγγελος Τερζάκης και ο Ηλίας Βενέζης, έπειτα από έμπνευση του δημοσιογράφου και αστυνομικού συγγραφέα Γιάννη Μαρή, δέχτηκαν να γράψουν μαζί, αλλά εκ περιτροπής, ένα μυθιστόρημα, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία συνεννόηση μεταξύ τους, ή να έχει συμφωνηθεί κάποιος σκελετός. Η σειρά με την οποία θα έγραφαν αποφασίστηκε με κλήρωση.

Η ιστορία αρχίζει το 1920 στην Αίγινα, σε έναν ανεμόμυλο, και τελειώνει πάλι στην Αίγινα τρεις δεκαετίες αργότερα, το 1953, στον ίδιο ανεμόμυλο. Κύριος όμως χώρος δράσης των ηρώων της είναι η Αθήνα, όπου ύστερα από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο οι κάτοικοι προσπαθούν να επουλώσουν τις παντοειδείς πληγές τους. Μολονότι οι πολιτικές αναφορές απουσιάζουν, οι λεπτομέρειες για τα ήθη και τις ασχολίες των ανθρώπων εκείνης της εποχής αφθονούν. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι οι Αθηναίοι έβλεπαν ιταλικές νεορεαλιστικές ταινίες με την Αννα Μανιάνι, ότι στα νησιά του Αργοσαρωνικού κατέφθαναν ομάδες τουριστών, ότι οι κοσμικοί σύχναζαν στα μπαράκια της πλατείας Συντάγματος πίνοντας ουίσκι μαζί με τους αμερικανούς δημοσιογράφους. Το συλλογικό αυτό μυθιστόρημα έδωσε στους τέσσερις συγγραφείς, που ήταν ενταγμένοι στον κεντροδεξιό πολιτικό χώρο και είχαν συμμετάσχει σε αντιστασιακές δραστηριότητες την περίοδο της Κατοχής,­ τη δυνατότητα να εκφράσουν διάφορες σκέψεις τους σχετικές με εθνικά και κοινωνικά θέματα. Ο Μ. Καραγάτσης (1908-1960) μιλάει για τους προδότες: «Ναι, ανάμεσα στους Έλληνες υπήρχαν μερικοί προδότες, το ελάχιστο εκείνο βιολογικό κατακάθι της κάθε φυλής. Όλοι τους όμως ήταν υποκείμενα ιδιοτελή, που πρόδιναν την πατρίδα τους κινημένοι από υλικό συμφέρον». Λέει ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973) για τους προλετάριους: «Η ζωή στο λιμάνι, τόσο πρωί, έπαιρνε με τούτο το πλήθος που φώναζε το σκληρό της νόημα, το πρώτο. Ο αγώνας για το ψωμί, τον άρτον τον επιούσιον, ήταν πάνω απ όλα θεότητα που επόπτευε την κίνηση των ανθρώπων». Σημειώνει ο Αγγελος Τερζάκης (1907-1979) για τις φιλόδοξες νεαρές: «Ο κινηματογράφος τής είχε βάλει φωτιά στο αίμα. Εκείνη μια φορά ήταν ζωή, όπως τη βλέπεις στα κοσμικά φιλμ: δεξιώσεις, γουναρικά, διαδήματα, βίλες, καζίνα, κούρσες, κότερα…». Ο Στράτης Μυριβήλης (1892-1969) διατυπώνει την εξής άποψη για τις εθνοκτόνες συγκρούσεις: «Ο πόλεμος είναι ένα φριχτό γεγονός έξω από τη θέλησή μας. Και μια φορά που θα γίνει κινείται μέσα σε μια δική του νομοτέλεια, μέσα σε μια δική του λογική που είναι έξω από κάθε λογική, μέσα σε μια δική του δικαιοσύνη που είναι η άρνηση της κάθε δικαιοσύνης». Τέλος, από το μυθιστόρημα αναδύονται εικόνες μιας Αθήνας άγνωστης, ειδικά σε εμάς τους νεότερους. Η Κηφισιά αναφέρεται ως εξοχή με πλατάνια, νερά και ένα φαράγγι και το Γαλάτσι παρουσιάζεται με σκονισμένους και άφτιαχτους δρόμους.

Μετά την επιτυχία που σημείωσε Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, η «Ακρόπολις» προανήγγειλε τη δημοσίευση ενός παρόμοιου μυθιστορήματος ­που το διαφήμιζε επί μέρες ως το «Μυθιστόρημα των 90 ημερών»­ γραμμένου από 30 κορυφαίους πρωταγωνιστές του ελληνικού θεάτρου! Πολλά χρόνια αργότερα, το 1987, το περιοδικό «Το τέταρτο» δημοσίευσε σε συνέχειες την «Αθέατη όψη», μια ιστορία γραμμένη εκ περιτροπής από έξι συγγραφείς: Δ. Νόλλας, Φ. Δρακονταειδής, Α. Κοτζιάς, Χ. Μηλιώνης, Γ. Γιατρομανωλάκης, Τ. Καζαντζής. Παρά το θετικό του πράγματος, το μυθιστόρημα δεν είχε την προσδοκώμενη επιτυχία, με αποτέλεσμα να μην εκδοθεί σε βιβλίο. Έκτοτε το εγχείρημα δεν επαναλήφθηκε ώσπου φθάσαμε στο «Παιχνίδι των τεσσάρων», μυθιστόρημα των Γ. Σκούρτη, Κ. Μουρσελά, Α. Σουρούνη, Π. Τατσόπουλου, που δημοσιεύτηκε στα «Νέα» το 1998 (Φίλιππος Φιλίππου, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 17-05-1998) .

Ο Πέτρος Τατσόπουλος στο βιβλίο του Η καλοσύνη των ξένων. Μία αληθινή ιστορία (εκδόσεις Μεταίχμιο) αποκαλύπτει όλο το «παρασκήνιο» του μυθιστορήματος «Το Παιχνίδι των τεσσάρων» των Γ. Σκούρτη, Κ. Μουρσελά, Α. Σουρούνη και του ιδίου, συγκρίνοντάς το με Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων. Συγκεκριμένα γράφει: «Το Παιχνίδι των Τεσσάρων δεν είναι καλό βιβλίο, όπως δεν ήταν – συγχωρέστε μου τη βλασφημία – και Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων. Επαναλάβαμε τα δικά τους ολισθήματα». Οι δημιουργοί του Μυθιστορήματος των Τεσσάρων είχαν γνώση για τα ολισθήματά τους. Ο Ηλίας Βενέζης που κλείνει και το μυθιστόρημα λέει, δια στόματος ενός από τους χαρακτήρες του έργου, πιθανότατα με χιουμοριστική διάθεση: «Φαντασίες! Φαντασίες! Μπερδέψατε θαρρώ τα πράγματα μες στο κεφάλι σας, σα να είναι Μυθιστόρημα των Τεσσάρων». Παρ’ ότι ο Τατσόπουλος και ο Βενέζης παρουσιάζονται μάλλον ως αυστηροί κριτές του έργου, ο εκδότης του Μυθιστορήματος των Τεσσάρων προτείνει να μην ξεχνάμε διαβάζοντας το μυθιστόρημα τις ιδιότυπες συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε και να σταθούμε περισσότερο στην επινόηση περίπλοκων καταστάσεων και μυστηρίων από μέρους του κάθε συγγραφέα και στο πως ανταποκρίνεται σε αυτά ο συγγραφέας που ακολουθεί.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ

Στρατής Μυριβήλης: «…Εμείς οι Έλληνες αγέλη, κύριε λοχαγέ; Είμαστε μόνο ένας φτωχός λαός, φτωχός και περήφανος και τίμιος μέσα σε όλη την ιστορία του, που πολέμησε με τα νύχια και με τα δόντια για την λευτεριά και για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου…» .

«…Ένα βράδυ της είπα: «Μανούλα, άκου τι τριζόνια πολλά που τραγουδούν απόψε!» Κι εκείνη μου απάντησε: «Κόρη μου, είναι η βραδινή προσευχή που κάνουν κι αυτά τα μικρούλια ζουζουνάκια στον Ύψιστο, που τα δημιούργησε»…-Από κείνα τα χρόνια έχω να κάνω την προσευχή μου στο Θεό. Εννοώ αληθινή προσευχή. Δηλαδή να πιστεύω πως ο Θεός μ’ακούει όταν του μιλώ».

Α. Τερζάκης: «…Όμως η νεαρή ηλικία, η ηρωική ηλικία, κάποτε περνάει. Και τότε βλέπουμε πως δεσμέψαμε τη ζωή μας, της χαράξαμε την πορεία της σε μια εποχή που έβλεπε τον κόσμο με το δικό της, το ρομαντικό πρίσμα. Αργότερα όλα, ανεπαίσθητα μα σταθερά, αλλάζουν. Και είναι πια αργά να κάνουμε πίσω».

«…Είχε συνηθίσει να ζει μονάχη της, να έχει πρωτοβουλία, δράση, ανεξαρτησία, να κυβερνάει τον εαυτό της ανεξέλεγκτα. Τα αγαθά αυτά δεν τα στερείσαι εύκολα, όταν έχεις καλογνωρίσει τη γλύκα τους. Το κάτω-κάτω, κάθε προνόμιο απαιτεί μιαν αντίστοιχη θυσία…».

Ηλίας Βενέζης: «…Άρχισε ο άνθρωπος: «Ήμουνα κείνη τη χρονιά στο πανηγύρι της Μεγαλόχαρης στην Τήνο.  Άξαφνα ακούστηκε κατά το μουράγιο μεγάλος κρότος. Πήγαν κι ήρθαν τα βουνά της Τήνος, σείστηκε ο γιαλός, τίναξε κύμα θεορατικό. -Βαγγελίστρα μου! είπαμε όσοι ήμαστε στο μουράγιο και πέσαμε κατά γης παρακαλώντας. Σε λίγο να σου άλλος κρότος. -Εδώ είναι η συντέλεια, είπαμε. Χανόμαστε. Α δε βάλεις Μεγαλόχαρη εσύ το χέρι σου, χανόμαστε! Το βασιλικό καράβι μας όξω απ’ το λίμανι βούλιαζε. Την είχε πάρει τη λαβωματιά κατάστηθα, τι θαρρείς, σαν άνθρωπος είναι και τα καράβια, δεν γινόταν πια να σηκωθεί, έγερνε στη μπάντα. Μια άλλη τορπίλα ερχόταν κατά πάνω του. Αυτή δα ήταν και αν ήτανε που, καθώς ξεστράτισε, θα ‘κανε κακό στους προσκυνητές εμάς, που γεμίζαμε φίσκα το μουράγιο. Θα μας σμπαράλιαζε, σου λέω, αν δεν έμπαινε στη μέση η Βαγγελίστρα. Σίγουρα η Βαγγελίστρα καβαλίκεψε σα δελφίνα απάνω στην τορπίλα και την πιλοτάρισε ντρίτα, την έριξε στο μπράτσο του λιμανιού, πάνω στα βράχια, να σπάσει και να χαθεί. Κι ύστερα η Βαγγελίστρα, από δελφίνα έβγαλε φτερό κι έγινε περιστέρα, πέρασε πάνω απ’ το λαό τους προσκυνητές, που είχαμε πέσει στα γόνατα και κλαίγαμε και παρακαλούσαμε. Εγώ μια φορά το είδα. Ήταν περιστέρι, σου λέω, μεγάλο περιστέρι, άσπρο. Το κοιτάζανε τα μάτια μας και λέγαμε: -Δοξασμένο τ’ όνομά σου! Σώσε μας εσύ, Μεγαλόχαρη, που σ’ αγαπούμε και μας αγαπάς «…Πώς δεν έφυγε απ’ το λαό τούτον εκείνη η δύναμη, η φαντασία, που ταράζει τους ανέμους και τα σύννεφα και τις καρδιές των ανθρώπων. Την κράτησε ο λαός μας τη δύναμη αυτή παρθενική, σαν την πρώτη ώρα της δημιουργίας, σαν την δροσιά στα φύλλα. Έτσι μπόρεσε να γίνεται πάντα εδώ το παραμύθι. Με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια ενέργεια που κάποτε έγινε ένα άλλο παραμύθι, για ένα νησί που ταξίδευε έρημο κάτω απ’ τα κύματα του Αρχιπελάγου, ίσαμε που το σήκωσαν τα κύματα και το κράτησαν, για να γεννήσει εκεί, στη νέα γη, μια κυνηγημένη γυναίκα το παιδί της, θεό του φωτός και της ποίησης, λύτρωση του ανθρώπου που βασανίζεται. Με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια μυστική κατεργασία, καμωμένη απ’ την ίδια ουσία, την πολύτιμη και αναντικατάστατη, η Βαγγελίστρα γινόταν τώρα δελφίνα, έπαιρνε απ’ το χέρι τη φωτιά και την ταξίδευε να σπάσει πάνω στα βράχια, γινόταν περιστέρι και φτερούγιζε πάνω απ’ τα χτυπημένα κορμιά των ανθρώπων, δίνοντάς τους ελπίδα και λύτρωση».

«Την άλλη μέρα το πρωί ο ναός της Αφαίας ταξίδευε σε θείο φως. Η γη που έχει πρασινίσει παίρνει το φως και το ταξιδεύει απάνω της, κύμα. Οι κολόνες του αρχαίου ναού παίρνουν το φως, και στέλνοντάς το αδιάκοπα πίσω, στη γαλάζια ατμόσφαιρα, το κάνουν δόνηση και διάρκεια. Είναι ένας αέναος ρυθμός, μια μυστική λειτουργία, πράξη οργανική, αναπόδραστη, για την τελείωση της ομορφιάς. Μέσα από τις κολόνες κοιταγμένο, χαμηλά, το πέλαγο, χρυσό απ’ το φως, ταξιδεύει την αιωνιότητά του. Πιο πίσω φαίνεται η Σαλαμίνα, τα βουνά της Πελοποννήσου, ύλη πια αποπνευματωμένη, όπως γίνεται το κάθε τι στην Ελλάδα. …-Θέ μου, μέσα σε τόση ομορφιά γιατί ο άνθρωπος ξεστράτισε τόσο;…».

«Ήταν ένα αρχοντόπαιδο, είχε όλα τα καλά του κόσμου. Ερχόταν με τους γονιούς του τα καλοκαίρια στην Αίγινα, το βλέπαμε και λέγαμε έτσι θα ‘ναι οι άγγελοι. Ήταν να φύγει για τα ξένα, να πάει να σπουδάσει. Πριν φύγει, πήγαν με έναν φίλο του στην Αγία-Μαρίνα, στήσαν μια σκηνή στο δάσο, χαίρονταν το δάσο και το νερό, κυνηγούσαν πουλιά. Ένα πρωινό, χωρίς να γίνει τίποτα, χωρίς καμία αφορμή, το παιδί στήριξε την μπούκα του ντουφεκιού του στην καρδιά του, είχε δέσει μ’ ένα σπάγγο το σκαντάλι, σκοτώθηκε. Ήρθε η μάνα του πικρή, αμίλητη, το θάψανε. Σαν έφυγε ο κόσμος κι έμεινε μονάχη η μάνα, έστειλε και φώναξε το άλλο παλικάρι, το σύντροφο του παιδιού της. «Πες μου», τον παρακάλεσε, «πώς έγιναν. Τις τελευταίες στιγμές του γιου μου. Όλα, πως έγιναν». Το παιδί, φοβισμένο μπροστά σ’ αυτό το πικρό πρόσωπο της μάνας, ανιστόρησε το πως έγινε, πώς άκουσε την πιστολιά, πως τον βρήκε τον φίλο του, πως φανήκαν οι πρώτες στάλες το αίμα στα χείλια του. Η μητέρα άκουγε σωπαίνοντας, χωρίς τίποτα να σαλεύει στο πρόσωπό της. Σηκώθηκε. «Θα σε περιμένω αύριο την ίδια ώρα», του είπε. Το παιδί πήγε την άλλη μέρα, την ίδια ώρα. Η μητέρα του φίλου του τον έβαλε στην ίδια θέση, κάθησε αριστερά του, του είπε τον ίδιο λόγο: «Πες μου, πως έγιναν. Την τελευταία σκηνή». Το παιδί τα ξαναείπε όπως την άλλη μέρα. Πάλι σηκώθηκε η μάνα: «Θα σε περιμένω αύριο την ίδια ώρα». Πήγε το παιδί και την αύριο, και την άλλη μέρα. Και πάντα το ίδιο: να πρέπει να ξαναλέει στη μάνα την ίδια σκηνή, το πως έγινε, το πώς σκοτώθηκε ο γιος της. Κι ύστερα να φεύγει. Και να μην μπορεί να πει όχι, αφού η άλλη ήταν μάνα και το ήθελε να βασανίζεται».

Ποιός ήταν ο Τέρπανδρος;

Δημοσιεύθηκε 19/04/2010 από terpandros
Κατηγορίες: Σχετικά με το ιστολόγιο

Tags:

Ο Τέρπανδρος (ο λεγόμενος Kιθαρωδός) ήταν σημαντικός ποιητής και μουσικός της αρχαίας Ελλάδας. Ο πατέρας του λεγόταν Δέρδενις, γι’ αυτό και επονομάζεται Δερδένεος (στο Πάριο Χρονικό στ. 34) ή γενικά Αντισσαίος. Γεννήθηκε στην Αντίσσα της Λέσβου και έζησε το πρώτο ήμισυ του 7ου αι. π.Χ.. Μετοίκησε στην Σπάρτη τον καιρό του Δεύτερου Μεσσηνιακού Πολέμου, όπως τον συμβούλεψε το Μαντείο των Δελφών για να εξυμνήσει την διαμάχη που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στους κατοίκους. Έλαβε μέρος και βραβεύτηκε σε πολλούς μουσικούς διαγωνισμούς της εποχής του. Πήρε το βραβείο στην κατηγορία λύρας στην πρώτη διεξαγωγή των Καρνείων το 675 π.Χ., ενώ βραβεύτηκε τέσσερις φορές στα Πύθια, τα οποία τότε διεξάγονταν κάθε εννέα χρόνια. Θεωρείται επίσης ότι εξέλιξε την λύρα και την έκανε επτάχορδη ενώ ανακάλυψε την βάρβιτο (=λαγούτο ή βιολοντσέλο) και ότι δημιούργησε μουσική γραφή, για την ομοιόμορφη εκτέλεση των διαφόρων μουσικών κομματιών. Θεμελίωσε τους Νόμους, ένα συγκεκριμένο είδος λυρικής ποίησης προς τιμήν του Απόλλωνα. Μ’ αυτήν την καινοτομία ο Τέρπανδρος συντέλεσε στη βελτίωση της μουσικής, καθώς και της ποίησης, γιατί ήταν ο πρώτος που έγραψε τα ποιήματά του συνοδεύοντας τα με μουσικά σημάδια.