Archive for the ‘Μυθιστόρημα’ category

ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ

21/04/2010

Την άνοιξη του 1958 η εφημερίδα Ακρόπολις δημοσίευσε σε συνέχειες, με τεράστια επιτυχία, αυτό που ονομάστηκε Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, η πρώτη ελληνική εκδοχή αφηγηματικής σκυταλοδρομίας (στην Αγγλία είχε προηγηθεί ο Πλωτός ναύαρχος). Τέσσερεις από τους γνωστότερους συγγραφείς της γενιάς του ’30, ο Στρατής Μυριβήλης, ο Μ. Καραγάτσης, ο Άγγελος Τερζάκης και ο Ηλίας Βενέζης, έπειτα από έμπνευση του δημοσιογράφου και αστυνομικού συγγραφέα Γιάννη Μαρή, δέχτηκαν να γράψουν μαζί, αλλά εκ περιτροπής, ένα μυθιστόρημα, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία συνεννόηση μεταξύ τους, ή να έχει συμφωνηθεί κάποιος σκελετός. Η σειρά με την οποία θα έγραφαν αποφασίστηκε με κλήρωση.

Η ιστορία αρχίζει το 1920 στην Αίγινα, σε έναν ανεμόμυλο, και τελειώνει πάλι στην Αίγινα τρεις δεκαετίες αργότερα, το 1953, στον ίδιο ανεμόμυλο. Κύριος όμως χώρος δράσης των ηρώων της είναι η Αθήνα, όπου ύστερα από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο οι κάτοικοι προσπαθούν να επουλώσουν τις παντοειδείς πληγές τους. Μολονότι οι πολιτικές αναφορές απουσιάζουν, οι λεπτομέρειες για τα ήθη και τις ασχολίες των ανθρώπων εκείνης της εποχής αφθονούν. Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι οι Αθηναίοι έβλεπαν ιταλικές νεορεαλιστικές ταινίες με την Αννα Μανιάνι, ότι στα νησιά του Αργοσαρωνικού κατέφθαναν ομάδες τουριστών, ότι οι κοσμικοί σύχναζαν στα μπαράκια της πλατείας Συντάγματος πίνοντας ουίσκι μαζί με τους αμερικανούς δημοσιογράφους. Το συλλογικό αυτό μυθιστόρημα έδωσε στους τέσσερις συγγραφείς, που ήταν ενταγμένοι στον κεντροδεξιό πολιτικό χώρο και είχαν συμμετάσχει σε αντιστασιακές δραστηριότητες την περίοδο της Κατοχής,­ τη δυνατότητα να εκφράσουν διάφορες σκέψεις τους σχετικές με εθνικά και κοινωνικά θέματα. Ο Μ. Καραγάτσης (1908-1960) μιλάει για τους προδότες: «Ναι, ανάμεσα στους Έλληνες υπήρχαν μερικοί προδότες, το ελάχιστο εκείνο βιολογικό κατακάθι της κάθε φυλής. Όλοι τους όμως ήταν υποκείμενα ιδιοτελή, που πρόδιναν την πατρίδα τους κινημένοι από υλικό συμφέρον». Λέει ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973) για τους προλετάριους: «Η ζωή στο λιμάνι, τόσο πρωί, έπαιρνε με τούτο το πλήθος που φώναζε το σκληρό της νόημα, το πρώτο. Ο αγώνας για το ψωμί, τον άρτον τον επιούσιον, ήταν πάνω απ όλα θεότητα που επόπτευε την κίνηση των ανθρώπων». Σημειώνει ο Αγγελος Τερζάκης (1907-1979) για τις φιλόδοξες νεαρές: «Ο κινηματογράφος τής είχε βάλει φωτιά στο αίμα. Εκείνη μια φορά ήταν ζωή, όπως τη βλέπεις στα κοσμικά φιλμ: δεξιώσεις, γουναρικά, διαδήματα, βίλες, καζίνα, κούρσες, κότερα…». Ο Στράτης Μυριβήλης (1892-1969) διατυπώνει την εξής άποψη για τις εθνοκτόνες συγκρούσεις: «Ο πόλεμος είναι ένα φριχτό γεγονός έξω από τη θέλησή μας. Και μια φορά που θα γίνει κινείται μέσα σε μια δική του νομοτέλεια, μέσα σε μια δική του λογική που είναι έξω από κάθε λογική, μέσα σε μια δική του δικαιοσύνη που είναι η άρνηση της κάθε δικαιοσύνης». Τέλος, από το μυθιστόρημα αναδύονται εικόνες μιας Αθήνας άγνωστης, ειδικά σε εμάς τους νεότερους. Η Κηφισιά αναφέρεται ως εξοχή με πλατάνια, νερά και ένα φαράγγι και το Γαλάτσι παρουσιάζεται με σκονισμένους και άφτιαχτους δρόμους.

Μετά την επιτυχία που σημείωσε Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, η «Ακρόπολις» προανήγγειλε τη δημοσίευση ενός παρόμοιου μυθιστορήματος ­που το διαφήμιζε επί μέρες ως το «Μυθιστόρημα των 90 ημερών»­ γραμμένου από 30 κορυφαίους πρωταγωνιστές του ελληνικού θεάτρου! Πολλά χρόνια αργότερα, το 1987, το περιοδικό «Το τέταρτο» δημοσίευσε σε συνέχειες την «Αθέατη όψη», μια ιστορία γραμμένη εκ περιτροπής από έξι συγγραφείς: Δ. Νόλλας, Φ. Δρακονταειδής, Α. Κοτζιάς, Χ. Μηλιώνης, Γ. Γιατρομανωλάκης, Τ. Καζαντζής. Παρά το θετικό του πράγματος, το μυθιστόρημα δεν είχε την προσδοκώμενη επιτυχία, με αποτέλεσμα να μην εκδοθεί σε βιβλίο. Έκτοτε το εγχείρημα δεν επαναλήφθηκε ώσπου φθάσαμε στο «Παιχνίδι των τεσσάρων», μυθιστόρημα των Γ. Σκούρτη, Κ. Μουρσελά, Α. Σουρούνη, Π. Τατσόπουλου, που δημοσιεύτηκε στα «Νέα» το 1998 (Φίλιππος Φιλίππου, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 17-05-1998) .

Ο Πέτρος Τατσόπουλος στο βιβλίο του Η καλοσύνη των ξένων. Μία αληθινή ιστορία (εκδόσεις Μεταίχμιο) αποκαλύπτει όλο το «παρασκήνιο» του μυθιστορήματος «Το Παιχνίδι των τεσσάρων» των Γ. Σκούρτη, Κ. Μουρσελά, Α. Σουρούνη και του ιδίου, συγκρίνοντάς το με Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων. Συγκεκριμένα γράφει: «Το Παιχνίδι των Τεσσάρων δεν είναι καλό βιβλίο, όπως δεν ήταν – συγχωρέστε μου τη βλασφημία – και Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων. Επαναλάβαμε τα δικά τους ολισθήματα». Οι δημιουργοί του Μυθιστορήματος των Τεσσάρων είχαν γνώση για τα ολισθήματά τους. Ο Ηλίας Βενέζης που κλείνει και το μυθιστόρημα λέει, δια στόματος ενός από τους χαρακτήρες του έργου, πιθανότατα με χιουμοριστική διάθεση: «Φαντασίες! Φαντασίες! Μπερδέψατε θαρρώ τα πράγματα μες στο κεφάλι σας, σα να είναι Μυθιστόρημα των Τεσσάρων». Παρ’ ότι ο Τατσόπουλος και ο Βενέζης παρουσιάζονται μάλλον ως αυστηροί κριτές του έργου, ο εκδότης του Μυθιστορήματος των Τεσσάρων προτείνει να μην ξεχνάμε διαβάζοντας το μυθιστόρημα τις ιδιότυπες συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε και να σταθούμε περισσότερο στην επινόηση περίπλοκων καταστάσεων και μυστηρίων από μέρους του κάθε συγγραφέα και στο πως ανταποκρίνεται σε αυτά ο συγγραφέας που ακολουθεί.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ

Στρατής Μυριβήλης: «…Εμείς οι Έλληνες αγέλη, κύριε λοχαγέ; Είμαστε μόνο ένας φτωχός λαός, φτωχός και περήφανος και τίμιος μέσα σε όλη την ιστορία του, που πολέμησε με τα νύχια και με τα δόντια για την λευτεριά και για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου…» .

«…Ένα βράδυ της είπα: «Μανούλα, άκου τι τριζόνια πολλά που τραγουδούν απόψε!» Κι εκείνη μου απάντησε: «Κόρη μου, είναι η βραδινή προσευχή που κάνουν κι αυτά τα μικρούλια ζουζουνάκια στον Ύψιστο, που τα δημιούργησε»…-Από κείνα τα χρόνια έχω να κάνω την προσευχή μου στο Θεό. Εννοώ αληθινή προσευχή. Δηλαδή να πιστεύω πως ο Θεός μ’ακούει όταν του μιλώ».

Α. Τερζάκης: «…Όμως η νεαρή ηλικία, η ηρωική ηλικία, κάποτε περνάει. Και τότε βλέπουμε πως δεσμέψαμε τη ζωή μας, της χαράξαμε την πορεία της σε μια εποχή που έβλεπε τον κόσμο με το δικό της, το ρομαντικό πρίσμα. Αργότερα όλα, ανεπαίσθητα μα σταθερά, αλλάζουν. Και είναι πια αργά να κάνουμε πίσω».

«…Είχε συνηθίσει να ζει μονάχη της, να έχει πρωτοβουλία, δράση, ανεξαρτησία, να κυβερνάει τον εαυτό της ανεξέλεγκτα. Τα αγαθά αυτά δεν τα στερείσαι εύκολα, όταν έχεις καλογνωρίσει τη γλύκα τους. Το κάτω-κάτω, κάθε προνόμιο απαιτεί μιαν αντίστοιχη θυσία…».

Ηλίας Βενέζης: «…Άρχισε ο άνθρωπος: «Ήμουνα κείνη τη χρονιά στο πανηγύρι της Μεγαλόχαρης στην Τήνο.  Άξαφνα ακούστηκε κατά το μουράγιο μεγάλος κρότος. Πήγαν κι ήρθαν τα βουνά της Τήνος, σείστηκε ο γιαλός, τίναξε κύμα θεορατικό. -Βαγγελίστρα μου! είπαμε όσοι ήμαστε στο μουράγιο και πέσαμε κατά γης παρακαλώντας. Σε λίγο να σου άλλος κρότος. -Εδώ είναι η συντέλεια, είπαμε. Χανόμαστε. Α δε βάλεις Μεγαλόχαρη εσύ το χέρι σου, χανόμαστε! Το βασιλικό καράβι μας όξω απ’ το λίμανι βούλιαζε. Την είχε πάρει τη λαβωματιά κατάστηθα, τι θαρρείς, σαν άνθρωπος είναι και τα καράβια, δεν γινόταν πια να σηκωθεί, έγερνε στη μπάντα. Μια άλλη τορπίλα ερχόταν κατά πάνω του. Αυτή δα ήταν και αν ήτανε που, καθώς ξεστράτισε, θα ‘κανε κακό στους προσκυνητές εμάς, που γεμίζαμε φίσκα το μουράγιο. Θα μας σμπαράλιαζε, σου λέω, αν δεν έμπαινε στη μέση η Βαγγελίστρα. Σίγουρα η Βαγγελίστρα καβαλίκεψε σα δελφίνα απάνω στην τορπίλα και την πιλοτάρισε ντρίτα, την έριξε στο μπράτσο του λιμανιού, πάνω στα βράχια, να σπάσει και να χαθεί. Κι ύστερα η Βαγγελίστρα, από δελφίνα έβγαλε φτερό κι έγινε περιστέρα, πέρασε πάνω απ’ το λαό τους προσκυνητές, που είχαμε πέσει στα γόνατα και κλαίγαμε και παρακαλούσαμε. Εγώ μια φορά το είδα. Ήταν περιστέρι, σου λέω, μεγάλο περιστέρι, άσπρο. Το κοιτάζανε τα μάτια μας και λέγαμε: -Δοξασμένο τ’ όνομά σου! Σώσε μας εσύ, Μεγαλόχαρη, που σ’ αγαπούμε και μας αγαπάς «…Πώς δεν έφυγε απ’ το λαό τούτον εκείνη η δύναμη, η φαντασία, που ταράζει τους ανέμους και τα σύννεφα και τις καρδιές των ανθρώπων. Την κράτησε ο λαός μας τη δύναμη αυτή παρθενική, σαν την πρώτη ώρα της δημιουργίας, σαν την δροσιά στα φύλλα. Έτσι μπόρεσε να γίνεται πάντα εδώ το παραμύθι. Με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια ενέργεια που κάποτε έγινε ένα άλλο παραμύθι, για ένα νησί που ταξίδευε έρημο κάτω απ’ τα κύματα του Αρχιπελάγου, ίσαμε που το σήκωσαν τα κύματα και το κράτησαν, για να γεννήσει εκεί, στη νέα γη, μια κυνηγημένη γυναίκα το παιδί της, θεό του φωτός και της ποίησης, λύτρωση του ανθρώπου που βασανίζεται. Με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια μυστική κατεργασία, καμωμένη απ’ την ίδια ουσία, την πολύτιμη και αναντικατάστατη, η Βαγγελίστρα γινόταν τώρα δελφίνα, έπαιρνε απ’ το χέρι τη φωτιά και την ταξίδευε να σπάσει πάνω στα βράχια, γινόταν περιστέρι και φτερούγιζε πάνω απ’ τα χτυπημένα κορμιά των ανθρώπων, δίνοντάς τους ελπίδα και λύτρωση».

«Την άλλη μέρα το πρωί ο ναός της Αφαίας ταξίδευε σε θείο φως. Η γη που έχει πρασινίσει παίρνει το φως και το ταξιδεύει απάνω της, κύμα. Οι κολόνες του αρχαίου ναού παίρνουν το φως, και στέλνοντάς το αδιάκοπα πίσω, στη γαλάζια ατμόσφαιρα, το κάνουν δόνηση και διάρκεια. Είναι ένας αέναος ρυθμός, μια μυστική λειτουργία, πράξη οργανική, αναπόδραστη, για την τελείωση της ομορφιάς. Μέσα από τις κολόνες κοιταγμένο, χαμηλά, το πέλαγο, χρυσό απ’ το φως, ταξιδεύει την αιωνιότητά του. Πιο πίσω φαίνεται η Σαλαμίνα, τα βουνά της Πελοποννήσου, ύλη πια αποπνευματωμένη, όπως γίνεται το κάθε τι στην Ελλάδα. …-Θέ μου, μέσα σε τόση ομορφιά γιατί ο άνθρωπος ξεστράτισε τόσο;…».

«Ήταν ένα αρχοντόπαιδο, είχε όλα τα καλά του κόσμου. Ερχόταν με τους γονιούς του τα καλοκαίρια στην Αίγινα, το βλέπαμε και λέγαμε έτσι θα ‘ναι οι άγγελοι. Ήταν να φύγει για τα ξένα, να πάει να σπουδάσει. Πριν φύγει, πήγαν με έναν φίλο του στην Αγία-Μαρίνα, στήσαν μια σκηνή στο δάσο, χαίρονταν το δάσο και το νερό, κυνηγούσαν πουλιά. Ένα πρωινό, χωρίς να γίνει τίποτα, χωρίς καμία αφορμή, το παιδί στήριξε την μπούκα του ντουφεκιού του στην καρδιά του, είχε δέσει μ’ ένα σπάγγο το σκαντάλι, σκοτώθηκε. Ήρθε η μάνα του πικρή, αμίλητη, το θάψανε. Σαν έφυγε ο κόσμος κι έμεινε μονάχη η μάνα, έστειλε και φώναξε το άλλο παλικάρι, το σύντροφο του παιδιού της. «Πες μου», τον παρακάλεσε, «πώς έγιναν. Τις τελευταίες στιγμές του γιου μου. Όλα, πως έγιναν». Το παιδί, φοβισμένο μπροστά σ’ αυτό το πικρό πρόσωπο της μάνας, ανιστόρησε το πως έγινε, πώς άκουσε την πιστολιά, πως τον βρήκε τον φίλο του, πως φανήκαν οι πρώτες στάλες το αίμα στα χείλια του. Η μητέρα άκουγε σωπαίνοντας, χωρίς τίποτα να σαλεύει στο πρόσωπό της. Σηκώθηκε. «Θα σε περιμένω αύριο την ίδια ώρα», του είπε. Το παιδί πήγε την άλλη μέρα, την ίδια ώρα. Η μητέρα του φίλου του τον έβαλε στην ίδια θέση, κάθησε αριστερά του, του είπε τον ίδιο λόγο: «Πες μου, πως έγιναν. Την τελευταία σκηνή». Το παιδί τα ξαναείπε όπως την άλλη μέρα. Πάλι σηκώθηκε η μάνα: «Θα σε περιμένω αύριο την ίδια ώρα». Πήγε το παιδί και την αύριο, και την άλλη μέρα. Και πάντα το ίδιο: να πρέπει να ξαναλέει στη μάνα την ίδια σκηνή, το πως έγινε, το πώς σκοτώθηκε ο γιος της. Κι ύστερα να φεύγει. Και να μην μπορεί να πει όχι, αφού η άλλη ήταν μάνα και το ήθελε να βασανίζεται».